Φαρόπλοιο
Το Φαρόπλοιο (Lightvessel), (αρχαία ελληνική πυρσωρίς , νεοελληνική καθαρεύουσα φάρων -νος και κοινώς καραβοφάναρο ) είναι ειδικός τύπος ευδιάκριτου πλοίου, είτε εξ αρχικής ναυπήγησης, είτε εκ μετασκευής, όπου φέρει συνήθως στο κέντρο, κατά το διάμηκες του καταστρώματος μεγάλη κυλινδρική υπερκατασκευή, το άνω μέρος της οποίας καταλήγει σε φάρο φέροντας ανάλογο μηχανισμό ή και ραδιοφάρο. Επίσης φέρουν τα σήματα αγκυροβολίας ή εκπέμπουν σήματα ομίχλης όταν παρίσταται ανάγκη.Επίσης «εν καιρώ πολέμου» όπου ακολουθεί η σβέση των Φάρων , τα φαρόπλοια αντικαθιστούν τους κύριους φάρους, σε συγκεκριμένους χρόνους λειτουργίας και βεβαίως με διαφορετικές αναλαμπές και θέσεις των μονίμων. Τα Φαρόπλοια του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού είναι: . Το προσωπικό των φαρόπλοιων εκός από τα κύρια καθήκοντά τους είναι υποχρεωμένο να εκπέμψει και άλλα σήματα στη περίπτωση που αντιληφθεί πλοίο να κατευθύνεται σε κίνδυνο. Χρήση τέτοιων πλοίων γίνεται σε παράκτιες περιοχές όπου οι ακτές έχουν ελάχιστη κλίση, ή και για άλλους λόγους δεν προσφέρονται σε κατασκευή μόνιμου φάρου, ειδικότερα για προσεγγίζοντα πλοία από ανοικτή θάλασσα, όπως και σε περιοχές έντονης ναυτιλιακής κίνησης όπου συνυπάρχουν κίνδυνοι είτε μόνιμοι, είτε προσωρινοί, λόγω κάποιων έργων (λιμενικών, γεφυροποιίας, υποβρύχιων εργασιών κλπ).
Το σήμα ή ο φανός αγκυροβολίας των προσδιορίζει και την πλώρη τους και εξ αυτής την διεύθυνση του επικρατούντος ανέμου ή ρεύματος. Στην πραγματικότητα πρόκειται για πλωτό μεταλλικό Φάρο. Τα πλοία αυτού του τύπου λαμβάνουν μόνιμη θέση με σταθερή αγκυροβολία, εξομοιούμενα έτσι με τους κοινούς φάρους ή επάκτιους φάρους, η θέση των οποίων, (γεωγραφικό στίγμα), αναγράφεται στους ναυτικούς χάρτες, φαροδείκτες, πλοηγούς κ.λπ.
